Πού οδηγούνται οι ευρωτουρκικές σχέσεις;

Του Κώστα Ράπτη

Η πρωτοφανής ένταση που προέκυψε από την απαίτηση του Tayyip Erdogan και των υπουργών του να διεξάγουν προεκλογική εκστρατεία στις ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των συμπατριωτών τους της διασποράς, για το τουρκικό δημοψήφισμα της 1ης Απριλίου αναδεικνύει δύο διαφορετικές εκδοχές διγλωσσίας.

Από τη μια πλευρά, οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες ταλαντεύονται, αναλόγως και των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν σε κάθε χώρα. Άλλοτε θεωρούν, όπως επιμένει μέχρι σήμερα η Γαλλία, ότι προεκλογικές εκδηλώσεις αυτού του τύπου προκύπτουν από το δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι και δεν αποτελούν πρόβλημα, εάν δεν διασαλεύεται η τάξη. Άλλοτε, πάλι, διακηρύσσουν ότι οι εσωτερικές πολιτικές διαιρέσεις τρίτων χωρών δεν μπορούν να εξάγονται στο ευρωπαϊκό έδαφος και ότι οι επίμαχες προεκλογικές εκδηλώσεις δεν διευκολύνουν την ενσωμάτωση των μεταναστών.

Δεν πρόκειται για ένα πεδίο στο οποίο η συνεπής στάση είναι εύκολη – αφού σαφώς αυτό που ενοχλεί είναι η τουρκική περίπτωση ειδικά στην παρούσα συγκυρία της αντιδημοκρατικής διολίσθησης του Erdogan.

Η Γερμανία λ.χ. επέλεξε μέχρι τώρα μιαν ενδιάμεση στάση, αφήνοντας τις τοπικές αρχές να ακυρώνουν τις προεκλογικές εμφανίσεις Τούρκων υπουργών με την επίκληση τεχνικών και τυπικών λόγων ενώ η καγκελαρία ένιπτε τας χείρας της. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι και σε αυτό το ζήτημα, όπως είχε συμβεί και στο προσφυγικό, η χώρα που πρώτη και ευθέως έθεσε ό,τι εντέλει τείνει να επικρατήσει ως πανευρωπαϊκή γραμμή ήταν η Αυστρία. Άλλωστε, οι ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις που τώρα πρωτοστατούν σε μία γραμμή αναμέτρησης με τον Erdogan, κατηγορούν επίσης την Angela Merkel ότι τελεί υπό τουρκική ομηρία λόγω προσφυγικού και επιμένουν ότι οι «28” θα πρέπει να μπορούν να λύνουν τα προβλήματά τους ανεξάρτητα από τη συνδρομή της Τουρκίας.

Από την άλλη, οι Τούρκοι ιθύνοντες επιστρατεύουν όλο το λεξιλόγιο της «πολιτικής ορθότητας” προκειμένου να υπεραμυνθούν των «δικαιωμάτων” τους. Π.χ. η μαντιλοφορούσα υπουργός Οικογενειακών Υποθέσεων της Τουρκίας που απελάθηκε από την Ολλανδία, κατήγγειλε την «απάνθρωπη μεταχείριση” που επιφυλάχθηκε σε μία γυναίκα πολιτικό «τρεις ημέρες μετά την Ημέρα της Γυναίκας”.

Η ρητορική αυτού του είδους φθάνει στην κορύφωσή της με τον ίδιο τον Tayyip Erdogan o οποίος καταγγέλλει με κάθε δυνατή ευκαιρία όσους τον επικρίμνουν στο εξωτερικό ως «ισλαμόφοβους” και, όλο και συχνότερα τελευταία, «απομεινάρια του ναζισμού”. (Ιστορική λεπτομέρεια: στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Τουρκία δεν έριξε ούτε μία σφαίρα).

Οι αντιφάσεις αυτού του λόγου γίνονται έκδηλες όταν ο μαροκινής καταγωγής μουσουλμάνος δήμαρχος του Ρότερνταμ υπενθυμίζει ότι η πόλη του έχει βομβαρδισθεί από τους Ναζί.

Ούτως ή άλλως, αυτός ο λόγος της «θυματοποίησης” έχει ως πίσω όψη του, απευθυνόμενη κυρίως στο εγχώριο ακροατήριο, μια ρητορική εθνικού μεγαλείου, όπου η Τουρκία βρίσκεται σε υπαρξιακή αναμέτρηση με τη Δύση, η οποία απεργάζεται για τον λόγο αυτόν διάφορα σενάρια διαμελισμού, υπό τύπον επανάληψης της Συνθήκης των Σεβρών.

Σε κάθε περίπτωση, η ευρωτουρκική ένταση έχει καταστεί λ.χ. στην περίπτωση της Ολλανδίας αυτοτροφοδοτούμενη, εφόσον ο μεν ηγέτης της ολλανδικής ακροδεξιάς Geert Wilders, ο οποίος στις βουλευτικές εκλογές της Τετάρτης δίνει τη μάχη της κατάκτησης της πρώτης θέσης, ενισχύει τη θέση του, ο δε Tayyip Erdogan ο οποίος βλέπει τις δημοσκοπήσεις ενόψει δημοψηφίσματος να μην ευνοούν τα σχέδιά του, αποκτά ένα πολύτιμο εργαλείο για να εξάπτει το εκλογικό ακροατήριο και να υποχρεώνει και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να καταδικάζουν τη στάση των ευρωπαϊκών χωρών.

Σε κάθε περίπτωση, η «μάχη προς δυσμάς” επιτρέπει στην τουρκική κοινή γνώμη να μην δίνει ιδιαίτερη προσοχή στα όσα κρίσιμα για την Τουρκία εκτυλίσσονται προς ανατολάς, όπου ΗΠΑ και Ρωσία αναπτύσσουν μια γλώσσα συνεννόησης που δείχνει να αποκλείει τους τουρκικούς σχεδιασμούς και πάντως να οχυρώνει τη θέση του κουρδικού στοιχείου της Συρίας.

Το κρισιμότερο γεγονός όμως είναι άλλο: πολλοί Τούρκοι ιθύνοντες περιγράφουν τα γεγονότα υπό το πρίσμα του «οριστικού διαζυγίου” της Τουρκίας με μίαν Ε.Ε. την οποία θεωρούν, μετά και το Brexit, ως «τελειωμένη υπόθεση”.

Πρόκειται ενδεχομένως για λεονταρισμούς, που προϋποθέτουν ότι το εκκρεμές μπορεί γενικώς να κινείται από την ψυχρότητα στη θερμή συνεργασία με την ίδια ευκολία λ.χ. που έχει κινηθεί και προς τα δύο άκρα την τελευταία διετία στις ρωσο-τουρκικές σχέσεις…πηγη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s